Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΟΥΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΟΥΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Νοε 2008

ΣΚΟΥΦΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ΜΕΡΟΣ Γ΄


συνέχεια από Μέρος Β΄

Γ. Αθ. Σκούφος - Μέρος Γ΄, (1949 - 12/08/2006)

Μετά το θάνατο των καπεταναίων στα Άντρια (02/10/1950), είχε μείνει μόνο μια μικρή ομάδα ανταρτών στα βόρεια μέρη του νησιού - γύρω στα δεκαπέντε άτομα - με επικεφαλής τον Κώστα Αχλιόπιτα.


«Η ύπαιθρος απηλλάγη από τους Συμμορίτας - Πως κατεφέρθη το θανάσιμον πλήγμα», Δημοκράτης, 05/10/1950.


Σκούφος και Αχλιόπιτας ξανανταμώσανε με τη βοήθεια συνδέσμων το 1951 και μείνανε μαζί μέχρι την παραμονή των Ταξιαρχών, 7 Νοέμβρη 1955, οπότε κατεβήκανε τελευταίοι από το βουνό κάνοντας χρήση των ευεργετημάτων του Ν.Δ. 3382/1955 (ΦΕΚ 260/Α΄ / 26-09-1955) «Περί παροχής ευεργετημάτων εις αυθορμήτως προσερχόμενους ή προσελθόντος κομμουνιστοσυμμορίτας» που ψήφισε η κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπάγου.

Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού προβλέπονταν ότι «Όσοι εκ των δρασάντων, στασιαστικώς ή εκνόμως, μεμονωμένως ή καθ΄ ομάδας και καθ΄ οιονδήποτε τρόπον, ενεφασίσθησαν αυθορμήτως από 01/04/1955 μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος ή εμφανισθώσιν εντός δύο μηνών από ταύτης και παραδοθώσιν, αφοπλιζόμενοι ενώπιον οιασδήποτε Δημοσίας Αρχής, απολαύουσι των ευεργετημάτων του άρθρου 8 του Α.Ν. 1504/50 «περί αναθεωρήσεως αποφάσεων των Στρατοδικείων κλπ», ως και των τοιούτων του άρθρου 9 του Νόμου 2058/52 «περί μέτρων ειρηνεύσεως», διά τα παρ΄ αυτών, μέχρι της 01/06/1955, διαπραχθέντα αδικήματα, τ΄ αναφερόμενα εις το ως άνω άρθρον 9, πλην των αδικημάτων του Α.Ν. 375/36 και λοιπών περί κατασκοπείας εν γένει διατάξεων, λιποταξίας, αυτομολίας και εγκαταλείψεως θέσεως εν γένει».

Για το «κατέβασμα» από το βουνό λέει:
«Το 1952 η κυβέρνηση Πλαστήρα ψήφισε ένα νόμο «περί μέτρων επιείκειας», που ήταν η καλύτερη σε σχέση με την προηγούμενη αμνηστία. Δεν προϋπόθετε ούτε να καρφώσεις ούτε να κάνεις δήλωση ούτε τίποτα. Αλλά εγώ δεν έκανα χρήση αυτής της δυνατότητας. Με την αμνηστία του ΄52 κατέβηκαν από το βουνό ο
Αδαλής ο Αντρέας, ο Θεολόγος ο Καραβερβέρης, καθώς και οι αδελφοί Πολυχρονιάδη, που ήταν παράνομοι μέσα στην πόλη. Και καλά έκαναν. Το 1955 η κυβέρνηση Παπάγου επανέφερε τα μέτρα επιείκειας του Πλαστήρα. Ήμουν κατεβασμένος στην Ουτζά, σε έναν τσοπάνο σύνδεσμό μας και το ΄μαθα. Ειδοποίησα τον πατέρα μου, ο οποίος ήρθε και μου είπε ότι ήταν εκείνες τις μέρες στη Μυτιλήνη κλιμάκιο της ΕΔΑ με Σαράφη, Γλέζο, Ηλιού. Του ζήτησα να πάει να τους βρει και να πάρει εντολή από κάποιον από τους τρεις, για να κατέβω από το βουνό. Ο πατέρας μου βρήκε τον Ηλιού. Εκείνος του ΄δωσε το Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως με τις διατάξεις της αμνηστίας και με αυτό το χαρτί κατεβήκαμε από το βουνό εγώ και ο Αχλιόπιτας».

Η κάθοδος απ΄ το βουνό των δύο τελευταίων μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Λέσβου απασχόλησε τον Τύπο της εποχής, τοπικό και αθηναϊκό. Παραθέτουμε τίτλους από κάποια χαρακτηριστικά δημοσιεύματα:

«Καταζητούμενοι από το 1945. Οι τελευταίοι δύο συμορίται της Λέσβου παρεδόθησαν χθες», Ακρόπολις της 08/11/1955.
«Οι δυό τελευταίοι φυγόδικοι της ομάδος Πασχαλιά, Σκούφος και Αχλιόπιτας, παρεδόθησαν και αφέθηκαν αμέσως ελεύθεροι», Ταχυδρόμος της 09/11/1955.

























Αφηγείται στους Π. Κουτσκουδή και Β. Καλογερά σε μια από τις επισκέψεις στο σπίτι του, στις 26/06/2004:
«Όταν παρουσιάσθηκα στις Αρχές, εδώ στο Γαϊδαρανήφορο, μου δίνει ο Μουργκόγιαννης ο ταξίαρχος το χέρι του και μου λέει: «Παιδί μου, παρόλο που άμα σ΄ έπιανα θα έπαιρνα ένα άστρο ακόμα, σε συγχαίρω, γιατί είσαι παλικάρι. Τώρα μένει άλλος ένας». Του λέω: «Όχι, δε μένει. Ελάτε να πάμε να τον πάρουμε».

«Πήγα στο συμφωνημένο σημείο (στην κορυφή της Λάρσου) και πήρα τον Κώστα. Στο μεταξύ το νέο διαδόθηκε στη Μυτιλήνη και το αυτοκίνητο που μας κατέβασε στην πόλη, για να διασχίσει τα 200 μέτρα της Λαγκάδας, έκανε μια ώρα. Μας έγινε υποδοχή ηρώων. Δε μας αφήνανε να περάσουμε, να ΄ταν τρόπος να το σηκώσουν».

«Όταν πήγαμε στο γραφείο του Ανώτερου Διοικητή, αυτός με κέρασε καφέ, και μου είπε: «Παιδί μου, να σου μιλήσω σαν πατέρας; Μη βλέπεις τώρα που σε κερνούνε και σε καλοπιάνουνε και σε χαϊδεύουνε. Η υπηρεσία μας θα σε κυνηγήσει αργότερα. Γιατί μας ταπείνωσες. Ο Μάλλιος είχε πάρει άστρο για να πάει διοικητής στο Βόλο και δεν έφευγε από το νησί, αν δεν έπιανε και σένα. Θες να μου δώσεις το λόγο σου ότι δε θα ανακατευτείς ξανά στα κομματικά και να σε βάλω στου Σουρλάγκα ή στου Καλαμάρη το εργοστάσιο, για να ζήσεις τη γυναίκα σου;» Του λέω: «Αυτό δεν γίνεται». Τότε μου λέει: «Σήκω και φύγε στην Αθήνα, που είναι μεγάλη πόλη, και θα περάσεις απαρατήρητος». Λέω: «Ούτε αυτό γίνεται. Εδώ δεν μπορέσατε να με πιάσετε και να με εξορίσετε εσείς, θα αυτοεξοριστώ εγώ;».

Και πράγματι, τόσο τα χρόνια που προηγήθηκαν όσο κι αυτά που ακολούθησαν ήταν μαύρα.

«Ο πατέρας μου είχε ένα μαγαζί (καφενείο) στη Λαγκάδα, το οποίο, όσο εγώ ήμουν στο βουνό, υπολειτουργούσε, γιατί τον περισσότερο καιρό έλειπαν οι γονείς μου στην εξορία. Βλέπετε, ήταν γονείς αντάρτη επικηρυγμένου με 20.000.000 δρχ. Τα χρόνια που η ΕΔΑ είχε δύναμη, περάσαμε ήσυχα. Το καφενείο μας ήταν το στέκι όλων των αριστερών εν γένει. Αλλού φοβόταν να τους δεχτούν. Το παλιό μας καφενείο βρισκόταν στο μέσον της Λαγκάδας, 100 μέτρα κάτω από την εκκλησία, και το νεότερο κάτω στον πλάτανο, στη θέση «Πόρτες» (λεγόταν έτσι, γιατί οι πύλες του φρουρίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας έφταναν μέχρι εκεί). Στο μεταξύ παντρεύτηκα μια κοπέλα, που την είχα γνωρίσει και αξιολογήσει στην παρανομία. Ερχόταν, με έκρυβε, με τάιζε, αργότερα αυτή με βοήθησε να επιζήσω, άστα, άστα…».

«Όταν η ΕΔΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση και ο Καραμανλής μας κυνήγησε κι έπεσε η μεγάλη τρομοκρατία, ούτε γάτες δεν μπαίνανε μέσα στο καφενείο. Ευτυχώς που η γυναίκα μου από μικρή ήταν πεπειραμένη νοσοκόμα και την είχαν ανάγκη εδώ οι γιατροί οι μεγάλοι, σαν το Χατζηλεωνίδα, και ταΐζαμε τα μωρά μας. Άνοιγα τον καφενέ και σχολούσα το βράδυ χωρίς σεφτέ! Αυτό γινόταν μέχρι το 1974 (μεταπολίτευση). Κι από τότε λέω χαριτολογώντας πως εγώ γεννήθηκα το 1974. Τότε έπαψε το κυνηγητό κι αισθάνθηκα ελεύθερος πολίτης. Και δούλεψα καμιά δεκαριά χρόνια, για να πάρω τη σύνταξή μου από το ΤΕΒΕ. Παράλληλα ασχολιόμουνα με το Κόμμα και κυρίως με την εφημερίδα μας, όπου έχω γράψει σχεδόν όλο τον εμφύλιο στη Λέσβο κι εκείνο που στεναχωριέμαι είναι που δεν έχω γράψει ακόμα σπουδαία και αξιόλογα γεγονότα του μονόπλευρου εμφυλίου».


«Είμαι τώρα Πρόεδρος στο Παράρτημα Μυτιλήνης της ΠΕΑΕΑ (αυτό το αξίωμα θα το πάρω μαζί μου φαίνεται), στη Χορωδία Μυτιλήνης, στο Δ.Σ. του ΚΑΠΗ με 2.500 μέλη, στο Δ.Σ. Συνταξιούχων του ΤΕΒΕ, στο Δ.Σ. του Εξωραϊστικού Συλλόγου Χαλίκων. Ήμουν πάντα εκλογικός αντιπρόσωπος του Κόμματος εκτός από τις φετινές βουλευτικές εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004, επειδή ήμουν άρρωστος».


πηγή: βιβλίο «Σελίδες του Αγώνα» - έκδοση της εφημερίδας Νέο Εμπρός, Μυτιλήνη 2007
..

27 Οκτ 2008

ΣΚΟΥΦΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ΜΕΡΟΣ Β΄


συνέχεια από: Εισαγωγή - Μέρος Α΄

Γ. Αθ. Σκούφος - Μέρος Β΄, (1945, Γραμματέας ΚΟΒ Λαγκάδας - Πρωτοχρονιά 1949)

Η ΚΟΒ Λαγκάδας τότε ήταν η ισχυρότερη οργάνωση της πόλης, με 120 μέλη του Κόμματος, 300 ΕΑΜίτες, 200 ΕΠΟΝίτες, 200 στην Εθνική Αλληλεγγύη, εκατοντάδες Αετόπουλα κ.α.
«Με βάση απογραφή που διενήργησε τότε το κόμμα, επί 2.500 κατοίκων της Λαγκάδας, οι 2.200 ήταν οργανωμένοι σε μας, καμιά διακοσαριά ήταν ουδέτεροι και καμιά εκατοστή αντίπαλοι. Σήμερα ότι είχα εκλεγεί Γραμματέας με ψηφοφορία, γιατί παλιότερα οι Γραμματείς ορίζονταν από την Αχτίδα. Η Λαγκάδα ήταν η συνοικία που άντεξε περισσότερο στις τρομοκρατικές επιθέσεις των Χιτών του Βίτουλα. Κάθε βράδυ τους δέρναμε και μας δέρναν(!!)»

Εκείνη την εποχή (1946) το Γραφείο Περιοχής Αιγαίου του ΚΚΕ τον πρότεινε (μαζί με άλλους δύο, μία από τη Σάμο και έναν από τη Χίο) για να φοιτήσει στην κομματική σχολή «Δημήτρης Γληνός» στην Αθήνα, η οποία όμως ανέστειλε την λειτουργία της λόγω της αναπόφευκτης προοπτικής του εμφυλίου πολέμου.

Ξαναγύρισε στη Λαγκάδα. Την περίοδο που εκδηλώνεται ο μονόπλευρος εμφύλιος στη Λέσβο, η ΚΟΒ Λαγκάδας ανέπτυξε σημαντική δράση, αφού μεταξύ άλλων υπήρξε προμαχώνας της αντιμετώπισης του τρομοκρατικού οργίου που εκδηλώθηκε στην πόλη και είχε την ευθύνη της απόκρυψης των μη αμνηστευθέντων από την συμφωνία της Βάρκιζας αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, οι οποίοι ήταν και οι πρώτοι καταδιωκόμενοι που βγήκαν στο βουνό. Ο Γιώργος τη μέρα πρωτοστατούσε σε συγκεντρώσεις και σε συλλαλητήρια κα το βράδυ οργάνωνε περιπολίες με τη Λαϊκή Αυτοάμυνα, για να αποκρούσει τραμπουκισμούς των παρακρατικών.

«Όλους τους παράνομους (Μπούρα, Πασχαλιά, Κατάκο - πριν σκοτωθεί στο Κάτω Τρίτος) τους κρύβαμε στη Λαγκάδα. Εγώ, εκτός από τα πολιτικά μου καθήκοντα ως Γραμματέας της ΚΟΒ Λαγκάδας, είχα και την ευθύνη απόκρυψης του Δημήτρη Πιταούλη, ο οποίος είχε οριστεί από τη Νομαρχιακή Επιτροπή του Κόμματος, με βοηθό το Γιάννη Βασάλο, υπεύθυνος της Λαϊκής Αυτοάμυνας (για την απόκρουση τραμπούκων και την οργάνωση της αντίστασης). Από τα γεγονότα του Κάτω Τρίτους (29/08/1946) και μετά, εγώ άλλαξα στέκι, δεν κοιμόμουνα σπίτι μας. Λίγο καιρό αφότου επέστρεψα στο νησί, έγινε μπλόκο στο σπίτι μου από την Ασφάλεια.
Ανήμερα του Αγίου Αθανασίου (18 Γενάρη) του 1947, τη μέρα που ο πατέρας μου λόγω της ονομαστικής του εορτής είχε καλέσει μερικούς φίλους στο σπίτι, μου έκανε μπλόκο η Ασφάλεια με το μοίραρχο Σκούρτη, εγώ όμως έλειπα και δε με βρήκαν. Για ένα μήνα ήμουν παράνομος. Και ζήτησα να φύγω στο βουνό.
Ήρθε ο Γρηγόρης Κουντουρέλης, Γραμματέας Περιοχής Αιγαίου του ΚΚΕ, και με βρήκε στη Λαγκάδα, στο σπίτι του Χατζηβασιλείου, όπου κρυβόταν και ο Αντώνης Παπουτσής, και μου είπε:

«Άκου να σου πω, Γιώργο. Είσαι μικρός και είσαι αμάθητος. Θα κρυώσεις, θα ψειριάσεις, θα πεινάσεις και ενδεχομένως θα σκοτωθείς. Σε προειδοποιώ σα γιο μου. Τι λες;»
Απάντησα: «Θα βγω στο βουνό κι όσο αντέξω».
Με σύνδεσε με τον Πιταούλη και στις 15 Μαρτίου του 1947, μαζί με ένα άλλο παλικάρι που είχε κάνει και στον ΕΛΑΣ, το γιο
του Τάπα από τη Λαγκάδα, πήραμε το μονοπάτι της Τουρκόστρατας και βγήκαμε στο βουνό».

Από τότε και για εννιά περίπου χρόνια και τι δεν έζησε ο Γιώργος Σκούφος. Η ζωή του ένα βιβλίο. Ενέδρα στα Στσίδια Μανταμάδου, λημέριασα στα Αμπριά, είσοδος στα Βασιλικά, θάνατος του Πιταούλη, μπλόκο στα «Στραβολάγκαδα», προδοσία και εγκατάλειψη Αμπριών - μάχη στο ύψωμα Αζόπ, ενέδρα στη μάχη στη θέση Κουλάνη Ντάμια Μεγάλης Λίμνης, είσοδος στο Βούρκο, είσοδος στο Κλομιδάδο (Νάπη), μάχη του Σεΐτάν Ντερέ (Αράπη Πέτρες), χτύπημα του Σταθμού Χωροφυλακής Αγίας Παρασκευής…

Τον Ιούλη του 1948 ο Θανάσης Νικόδημος, Γραμματέας της Π.Ε. Λέσβου του ΚΚΕ, αδυνατώντας πια να βρει στέγη για να μείνει, συνδέθηκε με ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού Λέσβου, που την αποτελούσαν ο Μιχάλης Λιαρούτσος και ο Γιώργος Σκούφος, οι οποίοι δρούσαν στην περιφέρεια της Μυτιλήνης (από τα Καμαρούδια Μόριας μέχρι τη Χαραμίδα Λουτρών).


Οι τρεις τους αποτελούσαν τη κομματική τριάδα που είχε την ευθύνη επαφής πόλης και υπαίθρου και της οποίας επικεφαλής ήταν ο Νικόδημος. Η ομάδα αυτή είχε τακτική επαφή με το αντάρτικο τμήμα και τον Διοικητή του, Μπάμπη Θεοδοσίου. Έστελναν τρόφιμα, εφόδια, κάποτε και στρατιωτικές στολές. Οι συνθήκες διαβίωσης τους ήταν πολύ άσχημες. Πέινα, κρύο, διανυκτέρευση στο ύπαιθρο ακόμα και το χειμώνα, συνεχείς πορείες και μετακινήσεις, διαμονή σε υπόγειες κρύπτες.
Είχαν πολύ καλή συνεργασία και επικοινωνία με το αντάρτικο τμήμα, που θα μπορούσε να κρατήσει περισσότερο, αν δεν συνέβαινε ο τραυματισμός του Μιχάλη Λιαρούτσου κοντά στον Αΐ-Γιάννη τον Καλυβίτη.

Μια χαρακτηριστική ανάμνηση του Γ. Σκούφου από αυτή την περίοδο ήταν και η εξής:

«Όταν έγινε η ανατίναξη στο ντάμι της Τσερκέζας ( σ.σ Πρωτοχρονιά 1949), εγώ ήμουν σε αποστολή εδώ στη Μυτιλήνη με το Μιχάλη το Λιαρούτσο και το Θανάση το Νικοδήμο. Πήραμε γράμμα από τον Πασχαλιά την ίδια βραδιά (Πως το έγραψε αλήθεια, αυτός ο άνθρωπος; Είχε σχεδόν τυφλωθεί από την έκρηξη!), όπου έλεγε ότι έχουν ανάγκη από οποιοδήποτε φάρμακο. Μαζέψαμε ό,τι μπορέσαμε από φίλους στη Μυτιλήνη, που με αυτοθυσία μας βοήθησαν, γιατί παρακολουθούνταν τα σπίτια, τα φαρμακεία, τα πάντα. Και τους τα πήγαμε στη Λάρσο».

Συνεχίζεται: Γ. Σκούφος
Μέρος Γ΄

..

25 Οκτ 2008

ΣΚΟΥΦΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, 25/01/1925 - 12/08/2006

...
Εισαγωγή:

Στα πλαίσια του αφιερώματος που πραγματοποιούμε για τον Δημοκρατικό Στρατό Λέσβου (ΔΣ Λέσβου
), αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε μερικές από τις πτυχές της ζωής και της δράσης του Γιώργου Σκούφου.
Θέλοντας σαφώς να προϊδεάσουμε τους αναγνώστες αυτού του blog, φίλους και μη, σας αναφέρουμε ότι ο Γιώργος Σκούφος μαζί με τον Κώστα Αχλιόπιτα ήταν οι τελευταίοι αντάρτες που κατέβηκαν απ΄ το βουνό στις 9 Νοεμβρίου 1955…


Ο μόνος που δεν νικιέται, ακόμη, είναι ο χρόνος και έτσι, δυστυχώς, στις 12 Αυγούστου 2006 ο Γιώργος Σκούφος φτερούγισε μακριά μας. Άφησε όμως σε όλους εμάς παρακαταθήκη τους αγώνες του, το υπόδειγμα του ακατάβλητου μαχητή, του αμετανόητου οραματιστή της σοσιαλιστικής κοινωνίας, του ακλόνητου κομμουνιστή. Όσα και να γράψουμε όσα και αν πούμε, πάλι λίγα θα είναι…

Βοηθός μας σε αυτή τη παρουσίαση, την οποία λόγω του όγκου της θα αναρτήσουμε σε τρία μέρη, θα είναι το βιβλίο «Σελίδες του Αγώνα» - έκδοση της εφημερίδας
Νέο Εμπρός, Μυτιλήνη 2007 -, το οποίο περιέχει μαρτυρίες και άρθρα του ίδιου και εκδόθηκε μετά το θάνατό του με την επιμέλεια των Βασίλη Γρ. Καλογερά και Παναγιώτη Μιχ. Κουτσκουδή.

Καλή μας ανάγνωση…

Γ. Αθ. Σκούφος - Μέρος Α΄, 25/01/1925 - Go Back (1944):

Ο Γιώργος Αθανασίου Σκούφος υπήρξε γέννημα θρέμμα της ηρωικής εποχής του. Από παιδί στην Εθνική Αντίσταση, μπροστάρης στην αντιμετώπιση του τρομοκρατικού οργίου που ξέσπασε στη Μυτιλήνη, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, αντάρτης κατά την περίοδο του εμφυλίου στη Λέσβο, γνώρισε τις ατελείωτες πορείες στα ρουμάνια και στα τσαμλίκια, αντιμετώπισε τους μεγαλύτερους εχθρούς - την πείνα, την κακοκαιρία και τις αρρώστιες -, πήρε μέρος σε μεγάλες και σε μικρές μάχες, σε μπλόκα αυτοκινητοπομπών, σε εισόδους σε χωριά, έδρασε παράνομος στη Μυτιλήνη, κοιμήθηκε σε ταβάνια μαζί με ποντίκια και σκορπιούς, για να γλιτώσει από τα μπλόκα της Ασφάλειας…
Κι ύστερα από δέκα χρόνια στο βουνό και στην παρανομία και έξι ολόκληρα χρόνια μετά την πτώση του Γράμμου και του Βίτσι και την επίσημη λήξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, κατέβηκε από τα φαράγγια και τα δασέλια αγέρωχος, ανίκητος, αμνηστευμένος.
Κι από τότε μέχρι τη στερνή του ανασαιμιά δεν υπέστειλε ποτέ το λάβαρο του ταξικού αγώνα, κερδίζοντας πανάξια την αναγνώριση και την καταξίωση από ομοϊδεάτες του και μη.

Γεννήθηκε στη Λαγκάδα (Ζωοδόχο Πηγή) στις 25 Ιανουαρίου 1925. Ο πατέρας του ήταν ο κατ΄ επανάληψη τιμημένος επ΄ ανδραγαθία (στους Βαλκανικούς Πολέμους και στη Μικρασιατική Καταστροφή) έφεδρος λοχαγός πεζικού και μετέπειτα ΕΛΑΣίτης λοχαγός Θανάσης Σκούφος.
Ο Γ. Σκούφος έβγαλε τις έξι πρώτες τάξεις στο Α΄ Δημοτικό Σχολείο Μυτιλήνης, καθώς και το Γυμνάσιο που τότε ήταν το μοναδικό της πόλης. Τελείωσε το Γυμνάσιο το 1943.
Ζωηρή του ανάμνηση από την τελευταία κατοχική χρονιά ήταν η μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας και πορεία όλου σχεδόν του σχολείου του στη Νομαρχία Λέσβου, το κτίριο της οποίας ήταν τότε εκεί που είναι σήμερα ο ΟΤΕ.
Σαν επιτροπή, μαζί με άλλους 4-5 συμμαθητές του, απαίτησαν από το νομάρχη να τους χορηγήσει συσσίτιο, γιατί απ΄ τη πείνα δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τα μαθήματα. Το αποτέλεσμα ήταν να τους συλλάβουν (ο μοίραρχος Ξανθάκης) και να τους κλείσουν στο κρατητήριο με την απειλή να τους παραδώσουν στους Γερμανούς. Τους γλίτωσε όμως ο καθηγητής τους Παναγιώτης Σαμαράς.

Την ίδια χρονιά που τελείωσε το Γυμνάσιο (1943) αποφάσισε να φύγει στη Μέση Ανατολή. Τότε αυτό θεωρούνταν παλικαριά και εθνική πράξη. Ο πατέρας του όμως, που ήταν από καιρό οργανωμένος στο ΕΑΜ, τον απέτρεψε, λέγοντάς του ότι και στο νησί υπήρχαν αντιστασιακές οργανώσεις από τις τάξεις των οποίων μπορούσε να παλέψει και να αγωνιστεί για το διώξιμο των κατακτητών και την απελευθέρωση του νησιού και της πατρίδας.
Έτσι, το 1943, οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και ένα μήνα αργότερα έγινε μέλος του ΚΚΕ.
Κέντρο της δικής του ομάδας ήταν ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης (Φ.Ο.Μ.), που πίσω απ΄ τις καλλιτεχνικές του εκδηλώσεις κάλυπτε όλες τις αντιστασιακές τους δραστηριότητες. Πρόεδρος του Φ.Ο.Μ. εκείνη την περίοδο ήταν ο Πάνος Βελόνης, παλιός κομμουνιστής που υπηρέτησε και τον ερασιτεχνικό αθλητισμό ως προπονητής ομάδων. Το σωματείο αυτό, εξαιτίας της προοδευτικής του δράσης, ήταν το πρώτο που διέλυσαν οι μεταδεκεμβριανές κυβερνήσεις.

Οργανώθηκε αρχικά σε μια τριάδα και αργότερα έγινε υπεύθυνος της τριάδας Λαγκάδας. Στόχος τους ήταν η παρακολούθηση των συνεργατών των Γερμανών, η καθημερινή διάδοση του δελτίου ειδήσεων του Λονδίνου και της Μόσχας, το μοίρασμα προκηρύξεων κλπ.

Ο ίδιος αφηγείται:
«Είχα προσωπική εντολή να παρακολουθώ ένα απόσπασμα γερμανικό το οποίο κάθε βράδυ γύρω στις δέκα ανάβαινε στο Κρυονέρι που λέμε, έξω από τη Λαγκάδα ένα νερό, στις φυλακές από κάτω, και στήνανε ενέδρα. Κι έπρεπε να τους παρακολουθώ μη τυχόν πλησίαζαν Έλληνες εκεί τα βράδια και ποιοι».

Πριν ακόμα από την απελευθέρωση πολλοί αντιστασιακοί έκρυβαν όπλα κυρίως στα βουνά, διαβλέποντας ότι ντόπια και ξένη αντίδραση δε θα άφηναν το λαό να χαρεί τη μεγάλη του νίκη και να χτίσει τη Λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα.

«Λίγες μέρες πριν να φύγουν οι Γερμανοί πήγαμε και κρύψαμε όπλα, με τον πατέρα μου. Τα είχαμε στο πάτωμα ή στο ταβάνι, δε θυμάμαι, και μου λέει ο πατέρας μου, «Τα πράγματα είναι σκούρα, Γιώργο», και τα πήραμε και ακολουθώντας την κοίτη του ποταμού της Λαγκάδας, τη σημερινή οδό Αεροπόρου Γιαναρέλλη, πήγαμε στο τσιφλίκι του Κουρτζή, στη θέση «Αΐ Νικόλας», αντίκρυ από την Παγανή, όπου υπήρχε μια σπηλιά που την ξέραμε και μπήκαμε μέσα με ένα φαναράκι κι έκρυψα τα όπλα».

Όταν έφυγαν οι Γερμανοί από τη Λέσβο, κατατάχτηκε στην Εθνική Πολιτοφυλακή με το βαθμό του λοχία και υπηρέτησε ως γραμματέας του Ανώτερου Διοικητή Νήσων Αιγαίου Σοφοκλή Βουρνάζου, παλιού βενιζελικού αξιωματικού, φίλου του πατέρα του.
Χαρακτηριστική είναι η εξιστόρηση του για τα γεγονότα που προηγήθηκαν του ιστορικού Go Back:
«
Διοικητής ήταν ο Κώστας Γάκας, συμβολαιογράφος από τη Γέρα, και υπασπιστής Ανωτέρας Διοικήσεως ο δάσκαλος Πάτροκλος Ταλέλης από τα Μυστεγνά. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1944, που ήρθε η αρμάδα των Μαύρων (σ.σ. Εγγλέζοι), ήμουν υπαξιωματικός νυχτερινής υπηρεσίας στο Μέγαρο της Διοίκησης. Χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν ο επιλοχίας Παφλιωτέλης από τη Θερμή και μου λέει: «Σύντροφε Γιώργο αυτή τη στιγμή έξω από το λιμάνι βλέπω πολλά φώτα, έχουν φτάσει πολλά πλοία».
Αμέσως τρέχω απάνω στο κτίριο Διοικήσεως, όπου μένανε καμιά δεκαριά πολιτοφύλακες. Ένας από αυτούς ήταν ο Αντώνης Κουταλέλης από την Αγιάσο, μικρός στην ηλικία, που τον είχε ο Βουρνάζος ως αγγελιοφόρο - ταχυδρόμο. Τον έστειλα να ειδοποιήσει τον Διοικητή.
Ο Βουρνάζος στο μεταξύ είχε δει τα καράβια με τα κιάλια του από το μπαλκόνι του σπιτιού του και είχε πάρει το δρόμο και κατέβαινε. Μόλις ήρθε στη Διοίκηση, του λέω τα καθέκαστα κι αυτός μου είπε ότι πρόκειται για απόπειρα ανοιχτής επέμβασης ξένων στρατευμάτων και με διέταξε να ειδοποιήσω αμέσως τον Ευλαμπίου, διοικητή του ΕΛΑΣ, και το Γώγο (σ.σ. γραμματέας της περιοχής Αιγαίου του ΚΚΕ). Κι έτσι ξεκίνησε η μεγαλειώδης κινητοποίηση του λεσβιακού λαού, το θρυλικό
Go Back».

Μετά τη διάλυση του θεσμού της Λαϊκής Πολιτοφυλακής, που πρόσφερε πολλά μέσα στους λίγους μήνες της κυριαρχίας της Εθνικής ΕΑΜικής Αντίστασης στη Λέσβο, ο Γιώργος Σκούφος ανέλαβε πρώτος Γραμματέας της ΚΟΒ Λαγκάδας του ΚΚΕ.

συνεχίζεται: Γ. Σκούφος Μέρος Β΄

..